ΙΣΤΟΡΙΑ

Κυδωνιά ή Ζελίστα

Γράφει ο ζηλιστινός ερευνητής Χρήστος Δ. Διαμαντόπουλος

Από την αρχαιότητα καθώς και από τα νεότερα χρόνια, ο τόπος της Κυδωνιάς (Ζηλίστας), αναφέρεται  και συνδέεται με πολλά ιστορικά γεγονότα. Πότε πρωτοκατοικήθηκε ο οικισμός της Ζηλίστας καθώς και οι γειτονικοί οικισμοί Στρωμίνιανης, Μικρής και Μεγάλης Παλούκοβας κλπ. δεν το γνωρίζουμε. Γνωρίζουμε όμως ότι η περιοχή αυτών των οικισμών, όλων των μετέπειτα Κραβάρων, που αποτελούσε το ορεινό τμήμα της Αρχαίας Αιτωλίας, είχε οικισμούς από τα προχριστιανικά χρόνια. Ο Ηρόδοτος αναφέρει για την περιοχή αυτή «εισί δε κατά ταύτα χωρία και λέοντες πολλοί και βόες άγριοι, των τα κέρεα υπερμεγέθη εστί. Ζ126».

Ο Θουκιδίδης στην εξιστόρηση περιστατικών του Πελοποννησιακού πολέμου που διεξήχθησαν στην περιοχή μας αναφέρεται και  στους αυτόχθονες κατοίκους της ορεινής Αιτωλίας  (Αποδοτούς και Οφιονείς)  με το εξής απόσπασμα: «Επιχειρείν δε εκέλευον πρώτον με Αποδωτοίς, έπειτα δε Οφιονεύσι και μετά τούτοις Ευρυτάσιν, όπερ μέγιστον μέρος εστί των Αιτωλών, αγνωστότατοι δε γλώσσαν και ωμοφάγοι εισίν ως λέγονται. Γ96».  Για το έθνος των Αιτωλών αναφέρει επίσης ο Θουκυδίδης: «Το γαρ έθνος μέγα μεν είναι των Αιτωλών και μάχιμον, οικούν δε κατά κώμας ατειχίστους και ταύτας δια πολλού. Γ94». Στις συγκρούσεις αυτές οι Οφειονείς, πρωτοστάτησαν, σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία, μαζί με γειτονικά αιτωλικά φύλα και με  στρατηγό τον Δημοσθένη,  στην ιστορική ήττα των Αθηναίων και των Μεσσηνίων το έτος 426 π.Χ.

Μέχρι και τους μεσαιωνικούς τουλάχιστον χρόνους,  η θέση του χωριού ήταν περίπου 4 χλμ. ανατολικότερα από τη σημερινή, στη θέση Γούστιανη (ανεξερεύνητη αρχαιολογικώς). Η τοπική παράδοση αναφέρει ότι ο οικισμός  Γούστιανη ήταν μια μεγάλη και πλούσια κωμόπολη, στην οποία μέχρι και σήμερα σώζονται ίχνη από κεραμοσκεπείς κατοικίες. Βρέθηκαν αργυρά και χρυσά νομίσματα των Αλεξανδρινών χρόνων καθώς και  η επιγραφή «Νικομάχας Λάμιος Καναίθου».

Άγνωστο για ποιο λόγο ο οικισμός αυτός καταστράφηκε ή εγκαταλείφθηκε. Λέγεται ότι η αρχαία πόλη ή οικισμός Γούστιανη πρέπει να καταστράφηκε, όταν οι κάτοικοί της αποδεκατίστηκαν από τη φοβερή επιδημία της πανούκλας, που τα έτη 747-748 μ.Χ μεταδόθηκε από την Ιταλία στην Ελλάδα. Με την ονομασία Γούστιανη υπάρχει χωριό στην Τριχωνίδα, το οποίο σήμερα ονομάζεται Πάμφιον.

Από τα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας πάντως το χωριό αναφέρεται ως Ζελίστα ή Ζηλίστα (σε κάποιο έγγραφο και ως Ζελιτσά). Το 1927 με το διάταγμα της 9/9/1927 ΦΕΚ 206/1927 τεύχος Α΄, μετονομάστηκε σε Οξυά και το 1928 με το διάταγμα της 12/3/1928 ΦΕΚ 81/1928 σε Κυδωνέα. Με την ονομασία Ζελίστα υπάρχουν χωριά στην Ήπειρο: η Ζελίστα ή Εξοχή στην επαρχία Κονίτσης και η Ζελίστα ή Φωτεινό στην επαρχία Δωδώνης.

Χάρτης 1491

Η Ζελίστα ήταν από τα περισσότερο ακμαία και νοικοκυρεμένα χωριά των Κραβάρων. Στην εποχή της ακμής της λειτουργούσαν τουλάχιστον επτά χαλκουργεία (από εδώ και το παρατσούκλι «κακαβάδες»). Σημαντικό δείγμα της τέχνης αυτής είναι το ασημένιο Δισκοπότηρο του Αϊ-Γιάννη, το οποίο είναι κατασκευασμένο στη Ζηλίστα το 1844 από τον τεχνίτη Ζωιτό Τράμπα. Είχε δε και αναπτυγμένη μεταξοτροφία, απομεινάρι της οποίας είναι οι πολλές γέρικες μουριές που υπάρχουν ακόμη στο χωριό.  Τα εμπορεύματα της σηροτροφίας έφταναν μέχρι και την Αλεξάνδρεια. Στους χρόνους της τουρκοκρατίας είχε την έδρα της στη Ζηλίστα  μικρή Στρατιωτική Διοίκηση.

Προεπαναστατικά το χωριό καταστράφηκε δύο φορές.Την πρώτη το 1770 με την επανάσταση του Ορλώφ. Ο αρματολός της Δωρίδας Λουρής και των Κραβάρων Σισμάνης φιλονικούσαν για το ποιος θα πάρει στο αρματολίκι του την Ζελίστα. Ο Σισμάνης βοηθούμενος από μισθοφόρους Τουρκαλβανούς νίκησε και σκότωσε τον Λουρή σε μάχη που έγινε στη Ζελίστα (διασώζεται ακόμα η πηγή “στου Λουρίτσα τη Βρύση”). Έπειτα δε οι Τουρκαλβανοί αφού ενώθηκαν με το μπουλούκι του Λουρή σκότωσαν τον Σισμάνη. Οι δε Σισμαναίοι κατέστρεψαν το χωριό εκδικούμενοι την υποστήριξή του προς τον Λουρή. Αργότερα γύρω στα 1800, οι Σισμαναίοι που δεν ξέχασαν τα γεγονότα του 1770, κατέστρεψαν εκ νέου το χωριό. Ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων τους τιμώρησε παραδειγματικά. Το δημοτικό τραγούδι βάζει στο στόμα του Αλή τα λόγια:

«Γιαννάκη τι παλάβωσες και πήρε ο νούς σου αγέρα;
Μου χάλασες τρία χωριά – τρία Κεφαλοχώρια – Γρανίτσα , το Τρανό χωριό, Ζελίστα ξακουσμένη»

Αξίζει να αναφέρουμε ότι λίγο πριν την επανάσταση στη μάχη της Ζελίστας, ο Αθανάσιος Διάκος σκότωσε με ένα κλαδί έναν Τούρκο στρατιώτη και του πήρε τον οπλισμό, κατακτώντας κυριολεκτικά με το σπαθί του τον τίτλο του Κλέφτη. Στη θέση Ταμπούρια έγινε μεγάλη μάχη μεταξύ Τούρκων και του κλέφτη Τσάμη Καλόγηρου. Στη μάχη τραυματίσθηκε θανάσιμα ο Τσάμης, τον οποίο μετέφερε ο Αθανάσιος Διάκος στον ώμο του, στο βουνό Οξιά (δύο ώρες δρόμο).

Η Ζελίστα στην Επανάσταση

Στον αγώνα του 1821 η προσφορά των Ζηλιστινών ήταν αξιόλογη. Αναφέρονται οι Αγωνιστές: Αντώνης Ζελίστας, οπλαρχηγός, του οποίου σκοτώθηκαν και 2 αδέρφια του, Δημήτριος και Ανδρέας Γάτος, Κωσταντής Νικολάου εκατόνταρχος, Νικόλαος και Μήτρος Σταυρόπουλος, Μήτρος Κουρτελόπουλος, Γιάννης Παπατράμπας, Θανάσης Κωνσταντόπουλος, Θανάσης Κολομπόπουλος και άλλοι.

Στις 4 Σεπτεμβρίου του 1823 οι Ζελιστιανοί με τους κατοίκους των γύρω χωριών υπό την αρχηγία του Α. Σιαφάκα, κατέφυγαν για ασφάλεια και κλείστηκαν στα Κλεπαΐτικα Βράχια, για να μην πέσουν στα χέρια του Σκόντρα Πασά. Οι αντιπρόσωποι των χωριών υπέγραψαν την λεγόμενη «ομολογία των Κλεπαϊτών», στην οποία δηλώνουν από κοινού ότι προτιμούν να πεθάνουν παρά να προσκυνήσουν τον Τούρκο. Στην Γ΄ Γενική Συνέλευση Δυτικής Χέρσου Ελλάδος, που έγινε στις 17/12/1824 στο Αιτωλικό, αντιπρόσωπος των Κραβάρων ήταν ο Κωνσταντίνος Ζελιστιανός.

Πίνακας του Αλέξανδρου Α. Κατσούνη με θέμα «Κωνσταντίνος Ζελιστινός» 2012

Η Ζηλίστα έπαιξε σημαντικό ρόλο και στη Μάχη της Τέρνοβας, που ήταν αποφασιστική για την οριστική απελευθέρωση της περιοχής από τους Τούρκους. Στο σημαντικό αυτό γεγονός  η  διοίκηση του στρατοπέδου της Ζηλίστας, άγνωστο πως, πληροφορήθηκε την απόφαση των Τούρκων να χτυπήσουν τις θέσεις της Τέρνοβας πριν ανατείλει ο ήλιος και έστειλαν από τη Ζηλίστα για ενίσχυση, το χιλίαρχο Γιαννάκη Στράτο, πράγμα που οδήγησε σε αίσια έκβαση της σύγκρουσης

Μετά την απελευθέρωση, στις 23 και 24 Αυγούστου του 1847, η Ζηλίστα αντιμετώπισε μια καινούργια ολοσχερή καταστροφή, για τρίτη φορά μετά από τις δύο προεπαναστατικές. Οι λόγοι; Πολιτικές αντιπαλότητες. Ο οπλαρχηγός Κραβάρων Ι. Φαρμάκης στασίασε κατά του Όθωνα. Η Κυβέρνηση του Ι. Κωλέτη έστειλε εναντίον του τον Στρατηγό Ι. Μαμούρη, τον εκτελεστή του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Ο Φαρμάκης με τους συντρόφους του, καταδιωκόμενος από τους τακτικούς και άτακτους του Μαμούρη, που έφθαναν περίπου τους 2.000 άνδρες, οχυρώθηκε στη Ζελίστα. Ο Φαρμάκης μετά από ολιγοήμερη πολιορκία στη Ζελίστα, ξεγέλασε τον Μαμούρη, ξέφυγε από το χωριό και κατέφυγε στην Σιτίστα (Γραμμένη Οξιά). Τα στίφη του Μαμούρη λεηλάτησαν και ισοπέδωσαν τη Ζελίστα. Μέχρι και τις στάχτες πήραν, όπως αναφέρει ο Μακρυγιάννης. Η Κυβέρνηση του Όθωνα δεν δέχτηκε να βοηθήσει στην ανοικοδόμηση του χωριού, επειδή όχι μόνο δεν εναντιώθηκαν στον στασιαστή Φαρμάκη, αλλά  επιπλέον τον υποστήριξαν. Η καταστροφή του χωριού ήταν μια από τις αιτίες που ο Κων/νος Παπατράμπας ή Κωνσταντέλλος έγινε ληστής, επικηρυγμένος για 14.000 δραχμές. Η άλλη αιτία ήταν λόγοι τιμής με τον «ληστάκο» Λίσβα. Για πολλά χρόνια τα γύρω χωριά χρησιμοποιούσαν την έκφραση “Τόσα χρόνια απο το χαλασμό της Ζηλίστας” για να προσδιορίσουν χρονικές περιόδους.

20ος αιώνας – Εμφύλιος -Μετανάστευση

Πρέπει ν’ αναφέρουμε δε ότι και στους κατοπινούς πολέμους, στους Βαλκανικούς του 1912-13, στη Μικρασιατική εκστρατεία και στο έπος του 1940, η Κυδωνιά προσέφερε στον βωμό της ελευθερίας αρκετά από τα τέκνα της.

Κατά τον εμφύλιο πόλεμο (1946-1949) η Ζηλίστα πλήρωσε βαρύ τίμημα. 100 χρόνια μετά  την ισοπέδωσή της από το Μαμούρη το 1847,  η Κυδωνιά έζησε μεγάλες καταστροφές σ’ όλη την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Ο κυβερνητικός στρατός έδωσε διαταγή να φύγουν όλοι οι κάτοικοι του χωριού για τα αστικά κέντρα όπως τη Ναύπακτο, το Μεσολόγγι, το Αίγιο, το Τρίκορφο, την Μονή Βαρνάκοβας κ.ά . Έτσι μέσα σε λίγες ώρες καταστράφηκαν νοικοκυριά που συγκροτήθηκαν με τόσο μόχθο χρόνων και χρόνων. Στους τόπους της προσωρινής εγκατάστασής τους οι χωριανοί πέρασαν δύσκολες ώρες. Και ακόμα πιο δύσκολες, όταν έληξε ο εμφύλιος πόλεμος και ήρθε η ώρα για τον επαναπατρισμό.

Επαναπατρίσθηκαν από το ’50 έως το ’52 αρκετοί χωριανοί, οι οποίοι με τον καιρό και μέσα από αγώνες και διεκδικήσεις κατάφεραν να αλλάξει προς το καλύτερο η ζωή τους. Η ξενιτιά, μόνιμη ή εποχιακή, ήταν ένας από τους τρόπους επιβίωσης των Ζηλιστινών και βέβαια δεν έπαψε να κυριαρχεί  διαχρονικά στη ζωή τους. Στις αρχές του 20ού αιώνα, κύριος προορισμός των Κυδωνιωτών ήταν το Λαύριο, όπου δούλευαν στα μεταλλεία. Μας άφησαν σαν τεκμήριο τα περίτεχνα μπρούτζινα μανουάλια στον Άγιο Νικόλαο με την επιγραφή “ΔΩΡΕΑ ΤΩΝ ΕΝ ΛΑΥΡΙΩ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ. 1904”. Επίσης, άντρες και γυναίκες, αναζητούσαν μεροκάματο στην περιοχή του Αιγίου, κυρίως για την εξοικονόμηση του λαδιού. Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες πήγαιναν για το θερισμό στον κάμπο της Λαμίας.  Κατά την δεκαετία του 1960 και αρχές του 1970 προέκυψε με καταιγιστικούς ρυθμούς η “εσωτερική μετανάστευση’’. Οι κάτοικοι εγκατέλειψαν το χωριό οριστικά και πήγαν στην Αθήνα και σε άλλα αστικά κέντρα για μια καλύτερη ζωή.

Πολιτιστική Παράδοση

Ένα ιδιαίτερο διαχρονικό χαρακτηριστικό της Ζηλίστας είναι το γεγονός ότι διακρίθηκε στον πολιτισμό.  Η ακμή της κοινότητας μέσα στους αιώνες δημιούργησε σπουδαία εκκλησιαστική παράδοση και πολλοί γίνονταν παπάδες και δάσκαλοι όπως περιγράφει και ο ποιητής Γεώργιος Αθανασιάδης στους παρακάτω στίχους:

Ζηλίστα με το χάλκωμα , Ζηλίστα με το ασήμι ,

μαστοροχώρι μια φορά , δασκαλοχώρι τώρα ,

κονάκι τον αγάδωνε ,των ασκεριών συρίμι ,

της λευτεριάς το φλάμπουρο ψηλοσηκώνεις φόρα.

Το κεφαλάρι σου όμορφο σε ποιόν δεν έχει αρέσει ,

κι όντας τα χαμοκέρασα και όντας πολλά τα χιόνια !

Κώστας Σουσμάνης έφτασε τον Τόυρκο να βαρέση ,

Μα ο Χάρος τον καρτέραγε στα μαρμαρένια αλώνια!

Στα ιστορικά της μνημεία μπορούμε να αναφέρουμε την εκκλησία του Αγίου Ιωάννη, με θαυμαστό τέμπλο και Αγιογραφία του 18ου αιώνα ίσως και παλαιότερα. Μέχρι τη δεκαετία του 1930 ήταν μοναστήρι και η σημερινή τοποθεσία του χωριού ήταν μοναστηριακή περιουσία (βακούφικο). Υπάρχει η παράδοση για το ελάφι που ερχόταν μόνο του ,στην γιορτή του Αγίου – 24 Ιουνίου – και το έσφαζαν οι μοναχοί για να φάνε. Κάποτε όμως το ελάφι άργησε να έρθει και έφτασε κουρασμένο. Οι μοναχοί δίχως να το αφήσουν να ξεκουραστεί το έσφαξαν αμέσως και αυτο είχε ως αποτέλεσμα να βρούν μέσα στα καζάνια, που μαγείρευαν το κρέας του, ένα χέρι. Πίστεψαν ότι ήταν το χέρι του Αϊ Γιάννη. Σήμερα αυτό το χέρι βρίσκεται στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη στην Αρτοτίνα Δωρίδος,εκεί όπου μόνασε ο Αθανάσιος Διάκος(η παράδοση αυτή απαντάται και σε άλλους Βαλκανικούς λαούς).

Η  παλιά εκκλησία του Αη Γιάννη Ζηλίστας

Το μοναστήρι γιόρταζε στις 24 Ιουνίου, όπου γινόταν μεγάλη εμποροπανήγυρη. Μετά την κατεδάφιση του Βυζαντινού ναού το πανηγύρι μετατέθηκε για τις 20 Ιουλίου στη γιορτή του Προφήτη Ηλία. Τέλος το 1989 μετατέθηκε στις 6 Αυγούστου κατά το εορτασμό της Μεταμόρφωσης Του Σωτήρος.

Αξιόλογη ιστορική τοποθεσία είναι οι «Ελληνότρυπες» στη θέση Βατόλακα. Ήταν κτιστές τρύπες μέσα στη γη, όπου πιθανόν κρύβονταν οι Έλληνες. Ιστορικό ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει η «Ξηρόβρυση», η οποία βρίσκεται μέσα στο χωριό και είναι υπόγεια θολωτή σήραγγα (πιθανόν βυζαντινό υδραγωγείο;)

Στα σημαντικά μνημεία του χωριού συμπεριλαμβάνεται και η νεόδμητη εκκλησία του Αγίου Νικολάου, πολιούχου του χωριού, που εγκαινιάσθηκε στις 31 Ιουλίου 2005, ενώ η θεμελίωσή της έγινε στις 4 Αυγούστου 1991. Είναι ο τρίτος ναός που ανεγέρθηκε στο ίδιο μέρος, αφού οι δύο προηγούμενοι κατέπεσαν από την εγκατάλειψη. Ο ναός κοσμείται με τις εικόνες του 19ου αιώνα που υπήρχαν στον προηγούμενο ναό και συντηρήθηκαν. Το περίτεχνο τέμπλο, τα ψαλτήρια και το δεσποτικό σχεδιάστηκαν και κατασκευάστηκαν  το 2005. Στο μεγάλο προαύλιο του Ι. Ναού έχει κτισθεί και ο ξενώνας του χωριού.

Επίσης στην κεντρική πλατεία του χωριού υπάρχει η βρύση ΤΑΧΗΡ ΠΑΠΟΥΛ (Τουρκαλβανός Διοικητής της Περιφέρειας) που χρονολογείται γύρω στα 1810.

Φωτογρ: Η βρύση με την Οθωμανική επιγραφή της Ταχήρ Παπούλ

Στην κορυφή του χωριού βρίσκεται η βρύση “Ασμάνη ή Οσμάν” και στα πόδια του η βρύση “Παπαλιόγκ”.  Το πιο παλιό σπίτι του χωριού είναι αυτό της οικογένειας Ράπτη ή Ταλαγάνη με χρονολογία 1836. Η οικογένεια Ράπτη πρόσφατα έχτισε καινούργιο σπίτι με απόλυτο σεβασμό στην αρχιτεκτονική και το ύφος του προϋπάρχοντος.

Αξίζει επίσης να αναφέρουμε το “Κεφαλάρι” στην κορυφή του χωριού. Είναι δάσος με ομοιόμορφες βελανιδιές τις οποίες φύτεψαν οι χωριανοί πρίν πολλά πολλά χρόνια. Ο στόχος ήταν να σταθεροποιηθεί το έδαφος του χωριού, το οποίο είναι επικίνδυνα επικλινές. Στον τόπο εκείνο, στο “Κεφαλάρι”, απαγορευόταν η βοσκή ζώων και η υλοτόμηση. Όποιος παρέβαινε την εντολή – νόμο, αντιμετώπιζε την πολιτεία, η δε εκκλησία τον αφόριζε. Έτσι αναπτύχθηκε το δάσος. Τα τελευταία χρόνια, έχουν φυτρώσει ανάμεσα πολλά έλατα, τα οποία έχουν επισκιάσει τις βελανιδιές με κίνδυνο να τις αφανίσουν.

Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζουν τα διασωθέντα ίχνη της παραδοσιακής οριοθέτησης και προστασίας του χωριού από κάθε ‘’κακό’’. Στα παλιά εκείνα χρόνια, όταν φτιαχνόταν από την αρχή ένα χωριό ή για την αποτροπή επιδημιών, ‘’σταύρωναν’’ το χωριό ή έκτιζαν εξωκκλήσια στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Στα Ανατολικά της Κυδωνιάς βρίσκεται η θέση “Σταυρός” και το διπλανό ρέμα λέγεται “Σταυρόρεμα”. Δυτικά υπάρχει πάλι τοποθεσία με το όνομα “Σταυρός”, με μεταλλικό σταυρό, ο οποίος διασώζεται καρφωμένος πάνω σε μια βελανιδιά. Εκεί κοντά βρέθηκαν και τα ίχνη του εργαστηριού που έφτιαχναν κεραμίδια. Προς το Βορρά βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Νικολάου και προς το Νότο το εξωκκλήσι της Αγίας Παρασκευής, ολοκληρώνοντας έτσι το προστατευτικό σταύρωμα του χωριού απ’ όλα τα σημεία του ορίζοντα.